καταστρεπτικότητα

Étymologie

Dérivé de καταστρεπτικός, avec le suffixe -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  καταστρεπτικότητα οι  καταστρεπτικότητες
Génitif της  καταστρεπτικότητας των  καταστρεπτικοτήτων
Accusatif τη(ν)  καταστρεπτικότητα τις  καταστρεπτικότητες
Vocatif καταστρεπτικότητα καταστρεπτικότητες

καταστρεπτικότητα \ka.ta.stɾɛ.pti.ˈkɔ.ti.ta\ féminin

  1. Puissance de destruction.