καυχησιάρης

Étymologie

→ voir καύχημα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  καυχησιάρης οι  καυχησιάρηδες
Génitif του  καυχησιάρη των  καυχησιάρηδων
Accusatif το(ν)  καυχησιάρη τους  καυχησιάρηδες
Vocatif καυχησιάρη καυχησιάρηδες

καυχησιάρης (kafkhisiáris) \kaf.çi.ˈsça.ɾis\ masculin

  1. Vantard.