κεκραγάριο
Étymologie
Nom commun
κεκραγάριο, kekragario \Prononciation ?\ neutre
- (Liturgie) Tropaire chanté au début du service des vêpres avec le premier couplet « Seigneur, j'ai crié… » (voir le lien en référence).
Όλοι αυτοί έγραψαν ύμνους και τροπάρια, που, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, χωρίζονται σε απολυτίκια, μεγαλυνάρια, κεκραγάρια κλπ.
— (Ελληνική μουσική sur l’encyclopédie Wikipédia (en grec) )- La traduction en français de l’exemple manque. (Ajouter)
Η μακρόχρονη ψαλτική του δράση συνυπάρχει με τη διδακτική και κυρίως με τη λαμπρή επίδοση στον χώρο της μελοποιίας και στις εξηγήσεις των παλαιών μελών. Καταρχήν, στον τομέα της σύνθεσης συμπλήρωσε τα δύο γνωστά βιβλία του Πέτρου Πελοποννησίου, το Aναστασιματάριο, μελοποιώντας τα Κεκραγάρια που έλειπαν με την παρεπόμενη Στιχολογία, και το Ειρμολόγιο των Καταβασιών, προσθέτοντας Ειρμούς κανόνων διαφόρων εορτών
— (Πέτρος Βυζάντιος sur l’encyclopédie Wikipédia (en grec) )- La traduction en français de l’exemple manque. (Ajouter)