κοιμητήριον

Grec ancien

Étymologie

Du verbe κοιμάω, koimáô  dormir »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ κοιμητήριον τὰ κοιμητήρια τὼ κοιμητηρίω
Vocatif κοιμητήριον κοιμητήρια κοιμητηρίω
Accusatif τὸ κοιμητήριον τὰ κοιμητήρια τὼ κοιμητηρίω
Génitif τοῦ κοιμητηρίου τῶν κοιμητηρίων τοῖν κοιμητηρίοιν
Datif τῷ κοιμητηρί τοῖς κοιμητηρίοις τοῖν κοιμητηρίοιν

κοιμητήριον, koimêtếrion \ko͜i .mɛː.ˈtɛː.ri.on\ neutre

  1. Lieu pour dormir, dortoir.
  2. Cimetière.

Références

  • Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français, Hachette, 1901