κοινωνικοποίηση

Étymologie

De κοινωνικοποιώ avec le suffixe -ση.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  κοινωνικοποίηση οι  κοινωνικοποιήσεις
Génitif της  κοινωνικοποίησης
κοινωνικοποιήσεως
των  κοινωνικοποιήσεων
Accusatif τη(ν)  κοινωνικοποίηση τις  κοινωνικοποιήσεις
Vocatif κοινωνικοποίηση κοινωνικοποιήσεις

κοινωνικοποίηση (kinokikopíisi) \Prononciation ?\ féminin

  1. Socialisation.