κοκοφοίνικας

Étymologie

Du français coco et φοίνικας palmier »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  κοκοφοίνικας οι  κοκοφοίνικες
Génitif του  κοκοφοίνικα των  κοκοφοινίκων
Accusatif τον  κοκοφοίνικα τους  κοκοφοίνικες
Vocatif κοκοφοίνικα κοκοφοίνικες

κοκοφοίνικας, kokofínikas \ko.koˈfi.ni.kas\ masculin

  1. (Botanique) Cocotier.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Vocabulaire apparenté par le sens

Références

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (κοκοφοίνικας)