μητρόπολη
Étymologie
- Du grec ancien μητρόπολις, mētrópolis (« ville-mère »).
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | μητρόπολη | οι | μητροπόλεις |
| Génitif | της | μητρόπολης μητροπόλεως |
των | μητροπόλεων |
| Accusatif | τη(ν) | μητρόπολη | τις | μητροπόλεις |
| Vocatif | μητρόπολη | μητροπόλεις | ||
μητρόπολη, mitrópoli \miˈtɾo.po.li\ féminin
- (Urbanisme) Métropole.
- (Religion) Cathédrale.
Synonymes
Gentilés et adjectifs correspondants
- Μητροπολίτης, μητροπολίτης
- μητροπολιτικός