μικρόφωνο

Étymologie

De l’anglais microphone.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  μικρόφωνο τα  μικρόφωνα
Génitif του  μικρόφωνου
μικροφώνου
των  μικρόφωνων
μικροφώνων
Accusatif το  μικρόφωνο τα  μικρόφωνα
Vocatif μικρόφωνο μικρόφωνα

μικρόφωνο, mikrófono \Prononciation ?\ neutre

  1. Microphone.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Références

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (μικρόφωνο)