νουθεσία

Grec ancien

Étymologie

Voir νουθέτησις.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif νουϑεσία αἱ νουϑεσιαι τὼ νουϑεσία
Vocatif νουϑεσία νουϑεσιαι νουϑεσία
Accusatif τὴν νουϑεσίαν τὰς νουϑεσίας τὼ νουϑεσία
Génitif τῆς νουϑεσίας τῶν [[{{{4}}}ῶν|{{{4}}}ῶν]] τοῖν νουϑεσίαιν
Datif τῇ νουϑεσί ταῖς νουϑεσίαις τοῖν νουϑεσίαιν

νουθεσία, nouthesía féminin

  1. Synonyme de νουθέτησις

Références

  • Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français, Hachette, 1901