παγκοσμιοποίηση

Étymologie

Dérivé de παγκόσμιος, avec le suffixe -ποίηση.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  παγκοσμιοποίηση οι  παγκοσμιοποιήσεις
Génitif της  παγκοσμιοποίησης
παγκοσμιοποιήσεως
των  παγκοσμιοποιήσεων
Accusatif τη(ν)  παγκοσμιοποίηση τις  παγκοσμιοποιήσεις
Vocatif παγκοσμιοποίηση παγκοσμιοποιήσεις

παγκοσμιοποίηση (pankosmiopíisi) \paŋ.ɡɔ.zmi.ɔ.ˈpi.i.si\ féminin

  1. Mondialisation.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)