παραίτηση

Étymologie

Dérivé de παραιτούμαι, avec le suffixe -ση.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  παραίτηση οι  παραιτήσεις
Génitif της  παραίτησης
παραιτήσεως
των  παραιτήσεων
Accusatif τη(ν)  παραίτηση τις  παραιτήσεις
Vocatif παραίτηση παραιτήσεις

παραίτηση \pa.ˈɾɛ.ti.si\ féminin

  1. Démission, abdication, résignation.

Apparentés étymologiques