παρατηρητικός

Étymologie

Dérivé de παρατηρώ, paratiró observer »).

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif παρατηρητικός παρατηρητική παρατηρητικό
génitif παρατηρητικού παρατηρητικής παρατηρητικού
accusatif παρατηρητικό παρατηρητική παρατηρητικό
vocatif παρατηρητικέ παρατηρητική παρατηρητικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif παρατηρητικοί παρατηρητικές παρατηρητικά
génitif παρατηρητικών παρατηρητικών παρατηρητικών
accusatif παρατηρητικούς παρατηρητικές παρατηρητικά
vocatif παρατηρητικοί παρατηρητικές παρατηρητικά

παρατηρητικός, paratiritikós \Prononciation ?\

  1. Observateur.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)