παχυσαρκία

Étymologie

→ voir παχύσαρκος.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  παχυσαρκία οι  παχυσαρκίες
Génitif της  παχυσαρκίας των  παχυσαρκιών
Accusatif τη(ν)  παχυσαρκία τις  παχυσαρκίες
Vocatif παχυσαρκία παχυσαρκίες

παχυσαρκία (pakhisarkía) \pa.xi.saɾ.ˈki.a\ féminin

  1. Obésité.

Synonymes

Dérivés

  • παχύς
  • παχύσαρκος
  • παχύσωμος