πλειστηριασμός

Étymologie

Dérivé de πλειστηριάζω, plistiriázo, avec le suffixe -μός, -mós.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  πλειστηριασμός οι  πλειστηριασμοί
Génitif του  πλειστηριασμού των  πλειστηριασμών
Accusatif τον  πλειστηριασμό τους  πλειστηριασμούς
Vocatif πλειστηριασμέ πλειστηριασμοί

πλειστηριασμός \pli.sti.ɾi.a.ˈzmɔs\ masculin

  1. (Commerce) Vente aux enchères.

Synonymes