ποδοσφαιρικός

Étymologie

→ voir ποδόσφαιρο.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ποδοσφαιρικός ποδοσφαιρικά ποδοσφαιρικό
génitif ποδοσφαιρικού ποδοσφαιρικάς ποδοσφαιρικού
accusatif ποδοσφαιρικό ποδοσφαιρικά ποδοσφαιρικό
vocatif ποδοσφαιρικέ ποδοσφαιρικά ποδοσφαιρικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif ποδοσφαιρικοί ποδοσφαιρικές ποδοσφαιρικά
génitif ποδοσφαιρικών ποδοσφαιρικών ποδοσφαιρικών
accusatif ποδοσφαιρικούς ποδοσφαιρικές ποδοσφαιρικά
vocatif ποδοσφαιρικοί ποδοσφαιρικές ποδοσφαιρικά

ποδοσφαιρικός (podhosferikós) \pɔ.ðɔ.sfɛ.ɾi.ˈkɔs\ masculin

  1. Footballistique.