πραγματικότητα

Étymologie

Dérivé de πραγματικός, avec le suffixe -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  πραγματικότητα οι  πραγματικότητες
Génitif της  πραγματικότητας των  πραγματικοτήτων
Accusatif τη(ν)  πραγματικότητα τις  πραγματικότητες
Vocatif πραγματικότητα πραγματικότητες

πραγματικότητα \pɾaɣ.ma.ti.ˈkɔ.ti.ta\ féminin

  1. Réalité.