πραγματοποίηση
Étymologie
- (XIXe siècle) Calque du français réalisation.
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | πραγματοποίηση | οι | πραγματοποιήσεις |
| Génitif | της | πραγματοποίησης πραγματοποιήσεως |
των | πραγματοποιήσεων |
| Accusatif | τη(ν) | πραγματοποίηση | τις | πραγματοποιήσεις |
| Vocatif | πραγματοποίηση | πραγματοποιήσεις | ||
πραγματοποίηση (pragmatopíisi) \Prononciation ?\ féminin
- Réalisation.
- Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)