προσωπίς

Grec ancien

Étymologie

De πρόσωπον, prósôpon  face, figure ») et -ίς, -ís  suffixe féminin »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif προσωπίς αἱ προσωπίδες τὼ προσωπίδε
Vocatif προσωπί προσωπίδες προσωπίδε
Accusatif τὴν προσωπίδα τὰς προσωπίδας τὼ προσωπίδε
Génitif τῆς προσωπίδος τῶν προσωπίδων τοῖν προσωπίδοιν
Datif τῇ προσωπίδι ταῖς προσωπίσι(ν) τοῖν προσωπίδοιν

προσωπίς, prosôpís *\pro.sɔː.ˈpis\ féminin

  1. Masque.

Références