προτεραιότητα
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | προτεραιότητα | οι | προτεραιότητες |
| Génitif | της | προτεραιότητας | των | προτεραιοτήτων |
| Accusatif | τη(ν) | προτεραιότητα | τις | προτεραιότητες |
| Vocatif | προτεραιότητα | προτεραιότητες | ||
προτεραιότητα, protereótita \Prononciation ?\ féminin