προτεραιότητα

Étymologie

Dérivé en -ότητα du grec ancien προτεραῖος, proteraîos, variante de πρότερος.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  προτεραιότητα οι  προτεραιότητες
Génitif της  προτεραιότητας των  προτεραιοτήτων
Accusatif τη(ν)  προτεραιότητα τις  προτεραιότητες
Vocatif προτεραιότητα προτεραιότητες

προτεραιότητα, protereótita \Prononciation ?\ féminin

  1. Priorité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)