πρωτοβουλία
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | πρωτοβουλία | οι | πρωτοβουλίες |
| Génitif | της | πρωτοβουλίας | των | πρωτοβουλιών |
| Accusatif | τη(ν) | πρωτοβουλία | τις | πρωτοβουλίες |
| Vocatif | πρωτοβουλία | πρωτοβουλίες | ||
πρωτοβουλία, protovoulía \Prononciation ?\ féminin
- Initiative.
- Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)
Synonymes
- αυτοβουλία
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (πρωτοβουλία)