σάλτσα

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  σάλτσα οι  σάλτσες
Génitif της  σάλτσας των  σαλτσών
Accusatif τη(ν)  σάλτσα τις  σάλτσες
Vocatif σάλτσα σάλτσες

σάλτσα (sáltsa) \ˈsal.ʦa\ féminin

  1. (Cuisine) Sauce.