σεξουαλικότητα

Étymologie

Dérivé de σεξουαλικός, avec le suffixe -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  σεξουαλικότητα οι  σεξουαλικότητες
Génitif της  σεξουαλικότητας των  σεξουαλικοτήτων
Accusatif τη(ν)  σεξουαλικότητα τις  σεξουαλικότητες
Vocatif σεξουαλικότητα σεξουαλικότητες

σεξουαλικότητα, sexualikótita \Prononciation ?\ féminin

  1. Sexualité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Références