σταθερότητα

Étymologie

Nom dérivé de σταθερός avec le suffixe -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  σταθερότητα οι  σταθερότητες
Génitif της  σταθερότητας των  σταθεροτήτων
Accusatif τη(ν)  σταθερότητα τις  σταθερότητες
Vocatif σταθερότητα σταθερότητες

σταθερότητα (statherótita) \sta.θɛ.ˈɾɔ.ti.ta\ féminin

  1. Stabilité.

Apparentés étymologiques