σταθερότητα
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | σταθερότητα | οι | σταθερότητες |
| Génitif | της | σταθερότητας | των | σταθεροτήτων |
| Accusatif | τη(ν) | σταθερότητα | τις | σταθερότητες |
| Vocatif | σταθερότητα | σταθερότητες | ||
σταθερότητα (statherótita) \sta.θɛ.ˈɾɔ.ti.ta\ féminin