συζήτηση

Étymologie

Du grec ancien συζήτησις, suzếtêsis.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  συζήτηση οι  συζητήσεις
Génitif της  συζήτησης
συζητήσεως
των  συζητήσεων
Accusatif τη(ν)  συζήτηση τις  συζητήσεις
Vocatif συζήτηση συζητήσεις

συζήτηση (syzítisi) \si.ˈzi.ti.si\ féminin

  1. Conversation, dialogue.
  2. Débat.