συνοριοφύλακας

Étymologie

Composé de σύνορο et de φύλακας.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  συνοριοφύλακας οι  συνοριοφύλακες
Génitif του  συνοριοφύλακα των  συνοριοφυλάκων
Accusatif τον  συνοριοφύλακα τους  συνοριοφύλακες
Vocatif συνοριοφύλακα συνοριοφύλακες

συνοριοφύλακας, sinoriofílakas \Prononciation ?\ masculin

  1. Garde-frontière.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)