σύστεμα

Grec ancien

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ σύστεμα τὰ συστέματα τὼ συστέματε
Vocatif σύστεμα συστέματα συστέματε
Accusatif τὸ σύστεμα τὰ συστέματα τὼ συστέματε
Génitif τοῦ συστέματος τῶν συστεμάτων τοῖν συστεμάτοιν
Datif τῷ συστέματι τοῖς συστέμασι(ν) τοῖν συστεμάτοιν

σύστεμα, sústema *\ˈsʉ.ste.ma\ neutre

  1. Forme de σύστημα.