τελευταῖος

Voir aussi : τελευταίος

Grec ancien

Étymologie

Dérivé de τελευτή, teleutḗ fin »), avec le suffixe -αῖος, -aîos.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif τελευταῖος τελευταί τελευταῖον
vocatif τελευταῖε τελευταί τελευταῖον
accusatif τελευταῖον τελευταίᾱν τελευταῖον
génitif τελευταίου τελευταίᾱς τελευταίου
datif τελευταί τελευταί τελευταί
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif τελευταίω τελευταί τελευταίω
vocatif τελευταίω τελευταίω τελευταίω
accusatif τελευταίω τελευταί τελευταίω
génitif τελευταίοιν τελευταίαιν τελευταίοιν
datif τελευταίοιν τελευταίαιν τελευταίοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif τελευταῖοι τελευταῖαι τελευταῖ
vocatif τελευταῖοι τελευταῖαι τελευταῖ
accusatif τελευταίους τελευταίᾱς τελευταί
génitif τελευταίων τελευταίων τελευταίων
datif τελευταίοις τελευταίαις τελευταίοις

τελευταῖος, teleutaîos

  1. Dernier.

Prononciation

Références

  • Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français, Hachette, 1901