τζιχαντίστρια

Étymologie

Féminin de τζιχαντιστής.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  τζιχαντίστρια οι  τζιχαντίστριες
Génitif της  τζιχαντίστριας των  τζιχαντιστριών
Accusatif τη(ν)  τζιχαντίστρια τις  τζιχαντίστριες
Vocatif τζιχαντίστρια τζιχαντίστριες

τζιχαντίστρια (tzihadístria) \d͡zi.xaˈdi.stɾi.a\ féminin (pour un homme, on dit : τζιχαντιστής)

  1. Djihadiste.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)