τσιγκούνης

Étymologie

Du turc çingene.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif τσιγκούνης τσιγκούνα τσιγκούνικο
génitif τσιγκούνη τσιγκούνας τσιγκούνικου
accusatif τσιγκούνη τσιγκούνα τσιγκούνικο
vocatif τσιγκούνη τσιγκούνα τσιγκούνικο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif τσιγκούνες τσιγκούνες τσιγκούνικα
génitif τσιγκούνηδων τσιγκούνικων
accusatif τσιγκούνηδες τσιγκούνες τσιγκούνικα
vocatif τσιγκούνηδες τσιγκούνες τσιγκούνικα

τσιγκούνης, tsingúnis \t͡siŋˈɡu.nis\

  1. Avare.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)