υαλογράφημα

Étymologie

→ voir γράφημα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  υαλογράφημα τα  υαλογραφήματα
Génitif του  υαλογραφήματος των  υαλογραφημάτων
Accusatif το  υαλογράφημα τα  υαλογραφήματα
Vocatif υαλογράφημα υαλογραφήματα

υαλογράφημα (ialográfima) \i.a.lɔ.ˈɣɾa.fi.ma\ neutre

  1. Vitrail.