υποχονδριακός

Étymologie

Du grec ancien ὑποχονδριακός hypochondriakós.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif υποχονδριακός υποχονδριακή υποχονδριακό
génitif υποχονδριακού υποχονδριακής υποχονδριακού
accusatif υποχονδριακό υποχονδριακή υποχονδριακό
vocatif υποχονδριακέ υποχονδριακή υποχονδριακό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif υποχονδριακοί υποχονδριακές υποχονδριακά
génitif υποχονδριακών υποχονδριακών υποχονδριακών
accusatif υποχονδριακούς υποχονδριακές υποχονδριακά
vocatif υποχονδριακοί υποχονδριακές υποχονδριακά

υποχονδριακός (ipokhondriakós) \i.pɔ.xɔn.ðɾi.a.ˈkɔs\

  1. Hypocondriaque.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  υποχονδριακός οι  υποχονδριακοί
Génitif του  υποχονδριακού των  υποχονδριακών
Accusatif τον  υποχονδριακό τους  υποχονδριακούς
Vocatif υποχονδριακέ υποχονδριακοί

υποχονδριακός (ipokhondriakós) \i.pɔ.xɔn.ðɾi.a.ˈkɔs\ masculin

  1. Hypocondriaque.