φάλαγγα
Étymologie
- Du grec ancien φάλαγξ, phálanx.
Nom commun
φάλαγγα, fálanga \Prononciation ?\ féminin
- (Militaire) Phalange.
- η πέμπτη φάλαγγα των φασιστών της Μαδρίτης και μεταφορικά ο σύμμαχος του εχθρού που έχει διεισδύσει στο εσωτερικό
- (Anatomie) Phalange.
- ονυχοφόροι φάλαγγες είναι άκρες φάλαγγες.
Dérivés
- φαλαγγίτης
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (φάλαγγα)