φορητός υπολογιστής
Étymologie
- Composé de φορητός et de υπολογιστής.
Locution nominale
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | ο | φορητός υπολογιστής | οι | φορητοί υπολογιστές |
| Génitif | του | φορητού υπολογιστή | των | φορητών υπολογιστών |
| Accusatif | το(ν) | φορητό υπολογιστή | τους | φορητούς υπολογιστές |
| Vocatif | φορητέ υπολογιστή | φορητοί υπολογιστές | ||
φορητός υπολογιστής (foritós ipoloyistís) \fɔ.ɾi.ˈtɔs i.pɔ.lɔ.ʝis.ˈtis\ masculin
- Ordinateur portable.
- Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)