χιονόπτωση
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | χιονόπτωση | οι | χιονοπτώσεις |
| Génitif | της | χιονόπτωσης χιονοπτώσεως |
των | χιονοπτώσεων |
| Accusatif | τη(ν) | χιονόπτωση | τις | χιονοπτώσεις |
| Vocatif | χιονόπτωση | χιονοπτώσεις | ||
χιονόπτωση, khionóptosi \Prononciation ?\ féminin
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (χιονόπτωση)