Nom commun
| Cas |
Singulier |
Pluriel |
| Nominatif |
το |
χιόνι |
τα |
χιόνια |
| Génitif |
του |
χιονιού |
των |
χιονιών |
| Accusatif |
το |
χιόνι |
τα |
χιόνια |
| Vocatif |
|
χιόνι |
|
χιόνια |
χιόνι, chióni \ˈço.ni\ neutre
- (Météorologie) Neige.
Το πυκνό χιόνι μάς εμπόδιζε να βαδίσουμε πιο γρήγορα.
- La neige épaisse nous empêchait de marcher plus vite.
Dérivés
- χιονάκι
- χιονάτος
- χιονένιος
- χιονιάς
- χιονίζει
- χιονισμένος
- χιονιστής
- χιονίστρα
- χιονοειδής
- χιονώδης
- εκχιονίζω (« déneiger »)
- εκχιονισμός
- εκχιονιστήρας
- εκχιονιστικός
- χιονάνθρωπος (« bonhomme de neige »)
- χιονοβολή
- χιονοβόλημα
- χιονοβόλος
- χιονοβροχή
- χιονόβροχο
- χιονοδρομία
- χιονοδρομικός
- χιονοδρόμιο
- χιονοδρόμος
- χιονοθύελλα
- χιονόλευκος
- χιονόμαλλος
- χιονομετρία
- χιονομετρικός
- χιονόμετρο
- χιονόμπαλα
- χιονόνερο
- χιονονιφάδα
- χιονοπέδιλο
- χιονοπόλεμος
- χιονόπτωση (« chute de neige »)
- χιονοσκεπασμένος
- χιονοσκεπής
- χιονοστεφής
- χιονοστιβάδα
- χιονοστρόβιλος
- χιονόσφαιρα
- Χιονάτη (« Blanche-Neige »)