χρυσαφής

Étymologie

→ voir χρυσός.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif χρυσαφής χρυσαφιά χρυσαφί
génitif χρυσαφιού χρυσαφιάς χρυσαφιού
accusatif χρυσαφή χρυσαφιά χρυσαφί
vocatif χρυσαφή χρυσαφιά χρυσαφί
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif χρυσαφιοί χρυσαφιές χρυσαφιά
génitif χρυσαφιών χρυσαφιών χρυσαφιών
accusatif χρυσαφιούς χρυσαφιές χρυσαφιά
vocatif χρυσαφιοί χρυσαφιές χρυσαφιά

χρυσαφής, chrisafís \xɾi.saˈfis\

  1. (Colorimétrie) Doré.