ωκεανός

Étymologie

Du grec ancien ὠκεανός, ōkeanós.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  ωκεανός οι  ωκεανοί
Génitif του  ωκεανού των  ωκεανών
Accusatif τον  ωκεανό τους  ωκεανούς
Vocatif ωκεανέ ωκεανοί

ωκεανός, okeanós \o.ce.aˈnos\ masculin

  1. Océan.
    • Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός, Αρκτικός ωκεανός
      La traduction en français de l’exemple manque. (Ajouter)

Dérivés

  • Ωκεανία
  • Ωκεανίδες
  • ωκεάνιος
  • ωκεανογραφία
  • ωκεανογραφικός
  • ωκεανογράφος
  • ωκεανολογία
  • ωκεανολογικός
  • ωκεανολόγος
  • ωκεανοπλοΐα

Voir aussi