ωριμότητα

Étymologie

De commun ὡριμότης issu du grec ancien ὥριμος de ὡραῖος.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ωριμότητα οι  ωριμότητες
Génitif της  ωριμότητας των  ωριμοτήτων
Accusatif τη(ν)  ωριμότητα τις  ωριμότητες
Vocatif ωριμότητα ωριμότητες

ωριμότητα (orimótita) \ɔ.ɾi.ˈmɔ.ti.ta\ féminin

  1. Maturité.