-κτονία
Étymologie
Suffixe
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | -κτονία | οι | -κτονίες |
| Génitif | της | -κτονίας | των | -κτονιών |
| Accusatif | τη(ν) | -κτονία | τις | -κτονίες |
| Vocatif | -κτονία | -κτονίες | ||
-κτονία (-ktonía) \ktɔ.ˈni.a\
- Suffixe indiquant un rapport avec la mort, la tuerie, le crime.
Composés
- αδελφοκτονία : fratricide
- ανθρωποκτονία : homicide
- αυτοκτονία : suicide
- γενοκτονία : génocide
- ζωοκτονία
- λιμοκτονία : famine
- μητροκτονία : matricide
- παιδοκτονία : infanticide
- πατροκτονία : patricide